ΔΙΑΜΕΣΕΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

2016

Σύμφωνα με μελέτη των Wu M et al., παρά το γεγονός ότι η πνευμονική νόσος στη συστηματική σκλήρυνση (SSc) έχει ομοιότητες με την ιδιοπαθή διάμεση πνευμονία (IIP), εντούτοις οι διαταραχές αυτές δεν έχουν κοινή γενετική βάση.
Η SSc είναι μια αυτοάνοση νόσος του συνδετικού ιστού που επηρεάζει διαφορετικά μέρη του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων. Χαρακτηρίζεται από παθολογικά αιμοφόρα αγγεία και ίνωση. Η ΙΙP αναφέρεται σε μια κατηγορία πνευμονικών νόσων άγνωστης αιτιολογίας που επηρεάζει τον διάμεσο χώρο των πνευμόνων.
Οι ερευνητές μελέτησαν 2.571 ασθενείς με SSc και 4.500 υγιή άτομα. Επίσης, συμπεριέλαβαν διάφορες ομάδες ασθενών με SSc και ομάδες ελέγχου προκειμένου να μπορούν να αναπαράγουν τα αρχικά τους ευρήματα.
Η ερευνητική ομάδα γονοτύπησε 13 γονίδια σχετιζόμενα με διάμεση πνευμονία, γνωστά ως πολυμορφισμοί μονού νουκλεοτιδίου (SNPs) και αξιολόγησαν το εάν σχετίζονται και με την SSc.
Οι επιστήμονες δε βρήκαν κάποιο συσχετισμό μεταξύ των SNPs, που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με IIP, και της SSc. Παρά το ότι αρχικά αναγνώρισαν κάποιους SNPs στην πρώτη ομάδα ασθενών με SSc, όταν προσπάθησαν να αναπαράγουν τα αποτελέσματα σε άλλες SSc ομάδες, δεν τα κατάφεραν.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...

Ημ. Δημοσίευσης: 22/12/2016


Το τεστ αξιολόγησης (CAT) χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (COPD), το οποίο αναπτύχθηκε για τη μέτρηση της κατάστασης υγείας των ασθενών με COPD, εφαρμόστηκε σε ασθενείς με ILD, με σκοπό να αξιολογηθεί το CAT ως μέσο πρόβλεψης έκβασης. Μετά από ένα διάστημα παρακολούθησης, διάρκειας πάνω από ένα έτος, 101 διαδοχικοί ασθενείς με ILD αξιολογήθηκαν με τη χρήση του CAT. Οι συνολικά 40 CAT βαθμολογίες κατηγοριοποιήθηκαν σε 4 υποκατηγορίες ανάλογα με τη σοβαρότητα. Ασθενείς με υψηλότερες βαθμολογίες είχαν χαμηλότερη δυναμική ζωτική χωρητικότητα και ικανότητα διάχυσης του πνεύμονα  για μονοξείδιο του άνθρακα. Το ποσοστό επιβίωσης ήταν πολύ χαμηλότερο σε ασθενείς με υψηλότερες βαθμολογίες, και οι αναλογίες κινδύνου για θάνατο των υψηλότερων βαθμολογιών και η χαμηλότερη ικανότητα διάχυσης του πνεύμονα για μονοξείδιο του άνθρακα ήταν ανεξάρτητα σημαντικές.
Τα ευρήματα αυτά υπονοούν ότι το CAT μπορεί να αποτελέσει ένδειξη του κινδύνου θνησιμότητας σε ασθενείς με ILD.

Διαβάστε περισσότερα εδώ...

Ημ. Δημοσίευσης: 20/12/2016


Η ILD σχετίζεται συχνά με νόσο κολλαγόνου. Σε αυτήν την περίπτωση ονομάζεται ILD σχετιζόμενη με αγγειακή νόσο κολλαγόνου (CVD-ILD) και επηρεάζει την πρόγνωση των ασθενών. Η πρόγνωση της διάχυτης ILD οξείας έναρξης (AoDILD), που παρατηρείται σε ασθενείς με νόσο κολλαγόνου, είναι χαμηλή.
Οι Furukawa H et al.,καταγράφουν την έρευνά τους σχετικά με τα προφίλ αυτό-αντισωμάτων (Ab) προκειμένου να προσδιορίσουν εάν μπορεί να φανούν χρήσιμα στη διάγνωση της CVD-ILD ή της AoDILD.
Τα προφίλ αυτό-αντισωμάτων αναλύθηκαν σε 34 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα (RA) με ή χωρίς CVD-ILD και σε 15 ασθενείς με νόσο κολλαγόνου που είχαν AoDILD.
H αναλογία του μέσου επιπέδου αντί-MICA Ab προς το μέσο επίπεδο αντί-ανθρώπινου αντιγόνου λευκοκυττάρου κατηγορίας I Ab (MICA/Class I) ήταν υψηλότερη σε RA ασθενείς με CVD-ILD απ’ ότι στους ασθενείς χωρίς. Αυτή είναι η πρώτη μελέτη των προφίλ αυτό-αντισωμάτων στην CVD-ILD. H MICA/Class I αναλογία μπορεί να αποτελέσει καλύτερο διαγνωστικό δείκτη της CVD-ILD απ’ ότι ο KL-6.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...

Ημ. Δημοσίευσης: 13/12/2016


Λίγα στοιχεία είναι διαθέσιμα για την επιδημιολογία των ILDs, κυρίως μετά την τελευταία  κατηγοριοποίηση των ιδιοπαθών διάμεσων πνευμονιών. Σκοπός της μελέτης των Karakatsani A et al., είναι η παροχή δεδομένων για την επιδημιολογία των ILDs στην Ελλάδα, σύμφωνα με την ATS/ERS κατηγοριοποίηση.
Ζητήθηκε από τα τμήματα Πνευμονολογίας να συμπληρωθεί ένα ερωτηματολόγιο για κάθε περιστατικό ILD που ήταν ζωντανό το 2004, καθώς και για κάθε καινούργιο περιστατικό από την 1η Ιανουαρίου 2004 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Ερωτήσεις σχετικά με τα δημογραφικά στοιχεία των ασθενών, την ακριβή διάγνωση και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν προκειμένου να γίνει η διάγνωση, συμπεριλήφθηκαν. Κέντρα τα οποία κάλυπταν περίπου το 60% του Ελληνικού πληθυσμού αναλύθηκαν.
Τα στοιχεία που συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν από 967 περιστατικά , έδειξαν ότι η επικράτηση των ILDs είναι περίπου 17,3 περιστατικά ανά 100.000 κατοίκους, με τη σαρκοείδωση και την  ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση να αποτελούν τις  συχνότερες ILDs στην Ελλάδα.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...

Ημ. Δημοσίευσης: 8/12/2016


Η πνευμονική ίνωση, μια κοινή επιπλοκή της συστηματικής σκλήρυνσης (SSc), αλλά και σήμα κατατεθέν  της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης (IPF), σχετίζεται με σημαντική θνησιμότητα και δεν έχει εγκεκριμένη θεραπεία. Παρά την, ορισμένου βαθμού, αλληλοεπικάλυψη των κλινικών χαρακτηριστικών και της παθογένεσής τους, η ILD σχετιζόμενη με SSc και η IPF έχουν διαφορές με σημαντικές επιπτώσεις στη διάγνωση, την αξιολόγηση και αντιμετώπιση.
Η μελέτη των Herzog E L et al., συγκρίνει και αντιπαραθέτει βασικά χαρακτηριστικά των 2 οντοτήτων, με έμφαση στις κλινικές εκδηλώσεις, την απεικόνιση του πνεύμονα και την παθολογία, μαζί με τις τρέχουσες  απόψεις για την παθογένεση, συμπεριλαμβανομένων μοντέλων ζώων, γενετικών παραγόντων, βιοδεικτών πρόβλεψης και μεταγραφικών ερευνών.
Στο τέλος, οι επιστήμονες  θέτουν κάποια ερωτήματα τα οποία μπορούν να αποκαλύψουν νέες περιοχές έρευνας και να ενημερώσουν για  καινούργιες και στοχευμένες προσεγγίσεις θεραπείας.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...

Ημ. Δημοσίευσης: 8/12/2016


O συσχετισμός ILD και αγγειίτιδας (AAV) σχετιζόμενης με αντί-ουδετερόφιλο κυτταροπλασματικό αντίσωμα (ANCA), κυρίως μικροσκοπικής πολυαγγείτιδας (ΜΡΑ), έχει περιγραφεί σε διάφορες αναφορές περιστατικών τις τελευταίες 2 δεκαετίες.
Επίσης, ασθενείς με πνευμονική ίνωση και ANCA θετικότητα, αλλά χωρίς άλλες εκδηλώσεις συστηματικής αγγειίτιδας, έχουν καταγραφεί. Η πνευμονική ίνωση εκδηλώθηκε κλινικά τη στιγμή της διάγνωσης στην πλειοψηφία των AAV ασθενών που εμφάνισαν αυτήν την κατάσταση.
Επιπλέον, ANCA-θετική μετατροπή παρατηρείται σε ασθενείς που είχαν αρχικά διαγνωστεί με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν άλλες εκδηλώσεις συστηματικής αγγειίτιδας σε κάποιους απ’ αυτούς τους ασθενείς.
Υπάρχει σημαντική επικράτηση myeloperoxidase (MPO)- ANCA και ΜΡΑ σε ασθενείς με AAV και ΙLD. Ακτινολογικά και παθολογικά ευρήματα δείχνουν μοτίβο συνήθους διάμεσης πνευμονίας στους πνεύμονες αυτών των ασθενών. Στις περισσότερες μελέτες, AAV ασθενείς με ILD έχουν χειρότερη πρόγνωση από τους ασθενείς χωρίς ILD.

Διαβάστε τη μελέτη των Katsumata Y et al., εδώ...

Ημ. Δημοσίευσης: 1/12/2016


Όπως είναι γνωστό οι ILDs χαρακτηρίζονται από δύσπνοια κατά την προσπάθεια, υποξαιμία επαγόμενη από άσκηση, μειωμένη μυοσκελετική λειτουργία και έλλειψη ανεκτικότητας στην άσκηση. Στοιχεία από 9 τυχαιοποιημένες και ελεγχόμενες μελέτες έδειξαν ότι η πνευμονική αποκατάσταση βελτιώνει την ικανότητα άσκησης, τη δύσπνοια και την ποιότητα ζωής στις ILDs, με σχετικά μεγάλα μεγέθη επίδρασης από 0,59 έως 0,68.
Η εκγύμναση ολόκληρου του σώματος είναι βασικό συστατικό της πνευμονικής αποκατάστασης για τις ILDs. Η τυποποιημένη συνταγογραφούμενη άσκηση που χρησιμοποιείται για άλλες χρόνιες πνευμονικές νόσους είναι αποτελεσματική και για την ILD, συμπεριλαμβανομένης της προπόνησης 8 εβδομάδων με τουλάχιστον 2 επιβλεπόμενες συνεδρίες την εβδομάδα και 30 λεπτά αερόβιας άσκησης ανά συνεδρία.
Η μοναδική, όμως, παρουσίαση και υποβόσκουσα παθοφυσιολογία της ILD μπορεί να απαιτεί τροποποιήσεις στη συνταγογραφούμενη άσκηση για συγκεκριμένους ασθενείς. Για παράδειγμα, ασθενείς με νόσο συνδετικού ιστού είναι πιθανόν να παρουσιάζουν πόνο στις αρθρώσεις και δυσκαμψία που απαιτούν κάποια τροποποίηση στη συνταγογραφούμενη άσκηση, όπως μείωση στις ασκήσεις με βάρη.
Οι Holland A E et al., αναλύουν τις αρχές αποκατάστασης και επανενεργοποίησης για ILD, σαρκοείδωση και ρευματοειδείς νόσους με αναπνευστική συμμετοχή.

Διαβάστε το άρθρο εδώ...


Η διάκριση των ενεργών φλεγμονωδών διαδικασιών από μία ανενεργή μορφή της νόσου είναι πολύ σημαντική στην αντιμετώπιση των ILDs.
Σκοπός της έρευνας των Bahtouee M et al., ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των 99mTc-methoxy-isobutyl-isonitrile (99mTc-MIBI) σαρώσεων στο διαχωρισμό της σοβαρότητας της νόσου συγκριτικά με τις ακτινολογικές και κλινικές παραμέτρους.
Συνολικά 19 γνωστά περιστατικά ILD συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη και παρακολουθήθηκαν για τουλάχιστον ένα έτος. Πέντε ασθενείς χωρίς πνευμονική νόσο θεωρήθηκαν ομάδα ελέγχου. Οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες πνευμονικής λειτουργίας (PFTs) και σε HRCTs, με επακόλουθες 99mTc-MIBI σαρώσεις. Οι σαρώσεις αυτές αναλύθηκαν είτε ποιοτικώς είτε ημιποσοτικώς.
Η μελέτη έδειξε ότι οι 99mTc-MIBI πνευμονικές σαρώσεις μπορούν να διακρίνουν τη σοβαρότητα της πνευμονικής συμμετοχής απ΄την αρχή και ότι μπορούν να συμπληρώσουν άλλες διαγνωστικές και κλινικές εξετάσεις σε σχέση με την απόκτηση χρηστικών πληροφοριών για τις ILDs.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


Μελέτη των Canakis AM et al., παρουσιάζει τα κλινικά, ακτινολογικά και παθολογικά ευρήματα σε βιοψίες πνευμόνων από 7 βρέφη με άτυπη νεογνική πνευμονική νόσο. Και τα 7 βρέφη παρουσίασαν ταχύπνοια, υποξαιμία και διάχυτες  διάμεσες διηθήσεις με παραφουσκωμένους πνεύμονες στις ακτινογραφίες θώρακος τον πρώτο μήνα ζωής.
Οι βιοψίες πνευμόνων απ’ όλα τα περιστατικά έδειξαν παρόμοια παθολογία, με διεύρυνση του διάμεσου πνευμονικού χώρου από ατρακτοειδή κύτταρα που περιέχουν διάσταση ασταθούς υλικού θετικού στο περιοδικό οξύ-Schiff που συνάδει με γλυκογόνο.
Ανοσοϊστοχημική χρώση έδειξε ότι τα κύτταρα είναι θετικά στη βιμεντίνη, αλλά αρνητικά στο κοινό αντιγόνο λευκοκυττάρων, στη λυσοζύμη και σε άλλους δείκτες μακροφάγων.
Ηλεκτρονική μικροσκοπία αποκάλυψε πρωτόγονα διάμεσα μεσεγχυματικά κύτταρα με λίγα κυτταροπλασματικά οργανύλλια και άφθονο μονοσωματιδιακό γλυκογόνο.
Ελάχιστο ή καθόλου γλυκογόνο δεν παρατηρήθηκε στα κυψελιδικά κύτταρα.
Σε 5 περιστατικά χορηγήθηκαν εναλλασσόμενα κορτικοστεροειδή, ενώ σε μία περίπτωση προστέθηκε hydroxychloroquine. Έξι απ΄τα 7 βρέφη είχαν θετικό κλινικό αποτέλεσμα, ενώ ένα πέθανε από επιπλοκές.
Οι ερευνητές πρότειναν ο όρος «πνευμονική διάμεση γλυκογόνωση» του νεογνού για αυτήν οντότητα να διαφοροποιηθεί απ΄τις άλλες μορφές ILDs.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


Ο βήχας είναι ένα κοινό σύμπτωμα σε άτομα που αναπτύσσουν ILD. Τα παθολογικά χαρακτηριστικά των ILDs είναι πολλά και ποικίλα, υπονοώντας ότι η αιτία του βήχα μπορεί επίσης να ποικίλει σε κάθε νόσο.
Άρθρο του Harisson K N, αναλύει τι είναι μέχρι τώρα γνωστό για τον βήχα στη σαρκοείδωση και στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση,  στις δύο από τις πιο κοινές ILDs. Επίσης, περιγράφει συνοπτικά κάποιες από τις θεωρίες που έχουν προταθεί ώστε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο βήχας αναπτύσσεται σε αυτές τις καταστάσεις και περιγράφει τα λίγα πράγματα που είναι γνωστά για τη θεραπεία του.

Διαβάστε το άρθρο εδώ...


Υπάρχει ολοένα αυξανόμενη αναγνώριση και κατανόηση των οντοτήτων που προκαλούν ILD σε βρέφη. Αυτές οι  οντότητες είναι διαφορετικές απ’ αυτές που προκαλούν ILD σε μεγαλύτερα παιδιά και στους ενήλικες. Μια διεπιστημονική επιτροπή συγκλήθηκε ώστε να διαμορφωθούν τεκμηριωμένες οδηγίες για την κατηγοριοποίηση, τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της ILD σε παιδιά και κυρίως σε νεογνά και βρέφη <2 ετών.
Τα αποτελέσματα που κρίθηκαν σημαντικά περιελάμβαναν την ακρίβεια της διαγνωστικής αξιολόγησης, τις επιπλοκές της καθυστερημένης ή λανθασμένης διάγνωσης, τις ψυχοκοινωνικές επιπλοκές που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής του ασθενούς ή της οικογένειάς του και ο θάνατος. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις επίσημες οδηγίες κλινικής πρακτικής της Αμερικανικής Θωρακικής Εταιρείας (ATS), τα νεογνά και βρέφη με ILD θα πρέπει να αξιολογηθούν από πεπειραμένο ειδικό και αφού έχουν αποκλειστεί οι κοινές αιτίες Διάχυτης Πνευμονικής Νόσου (DLD). Η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει ηχοκαρδιογράφημα, ελεγχόμενου αερισμού υψηλής ευκρίνειας αξονική τομογραφία, βρεφικό έλεγχο πνευμονικής λειτουργίας, βρογχοσκόπηση με βρογχοκυψελιδική πλύση, γενετικό έλεγχο και βιοψία πνεύμονα.

Διαβάστε αναλυτικά  τις οδηγίες της ATS εδώ...


Η παιδική ILD λαμβάνει χώρα σε μια ποικιλία κλινικών συνθηκών. Οι εξελίξεις στην κατανόηση της  παθογένεσης της νόσου και η χρήση τυποποιημένης ορολογίας, διευκολύνουν την αυξημένη εξακρίβωση περιστατικών. Παρ’ όλα αυτά, καθότι όλες οι μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί σε εξειδικευμένα κέντρα, η εφαρμοσιμότητα αυτών των ευρημάτων στη γενική πνευμονική πρακτική είναι αβέβαιη.
Η μελέτη των Soares J J et al., έχει σκοπό να προσδιορίσει τα ιστορικά περιστατικά παιδικής ILD, έτσι ώστε να συλλεχθούν πληροφορίες που θα αντανακλούν τα γενικά μοτίβα παιδιατρικής πνευμονικής πρακτικής. Προκειμένου να το πετύχουν αυτό, οι ερευνητές επανεξέτασαν αναδρομικά περιστατικά παιδικής ILD του Παιδικού Νοσοκομείου Vanderbilt από το 1994 έως το 2011 και τα κατηγοριοποίησαν σύμφωνα με το παρών ιστοπαθολογικό σύστημα κατηγοριοποίησης διάχυτων πνευμονικών παθήσεων.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


Oι ασθενείς με ILD τελικού σταδίου δε λαμβάνουν επαρκή παρηγορητική φροντίδα παρά το ότι εμφανώς υποφέρουν. Σκοπός της μελέτης των Matsunuma R et al., είναι η αξιολόγηση των συμπτωμάτων των ασθενών αυτών και της θεραπείας που λαμβάνουν προ θανάτου.
Το συμπέρασμα στο οποίο κατάληξε η μελέτη είναι ότι οι ασθενείς με ILD τελικού σταδίου μπορεί να εμφανίσουν δύσπνοια πιο συχνά απ’  ότι οι ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα τελικού σταδίου. Σε αυτήν την περίπτωση η χορήγηση μορφίνης κρίνεται απαραίτητη.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


Η πνευμοκυτταρική βλάβη είναι χαρακτηριστικό των διάμεσων πνευμονιών (ΙPs). Οι ιστολογικοί δείκτες της πνευμοκυτταρικής βλάβης και φλεγμονής περιλαμβάνουν πνευμοκυτταρική νέκρωση, διάβρωση, υαλοειδή μεμβράνη και ινώδη εξίδρωση με επακόλουθο σχηματισμό ενδοαυλικού κοκκιώδη ιστού.
Οι Yamada T et al., βρήκαν ότι ενδοκυτταροπλασματικά έγκλειστα σε πνευμοκύτταρα είναι θετικά σε ουβικιτίνη (Ub+) και ότι ο αριθμός των Ub+ πνευμοκυττάρων εμφανίζει θετικό συσχετισμό με την έκταση της διάχυτης κυψελιδικής βλάβης (DAD). Προκειμένου να διαπιστωθεί ο ρόλος των Ub+ πνευμοκυττάρων και εγκλείστων στις IPs, οι ερευνητές μελέτησαν τη σχέση τους με παθολογικά και κλινικά χαρακτηριστικά της DAD, της συνήθης διάμεσης πνευμονίας (UIP) και της οργανούμενης πνευμονίας (OP).
Επίσης, ανέλυσαν Ub+ πνευμοκύτταρα, έγκλειστα, διαβρώσεις και ενδοαυλικό κοκκιώδη ιστό σε σχέση με πνευμοκυτταρική βλάβη.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η έκταση των Ub+ εγκλείστων αντανακλά τη σοβαρότητα της πνευμοκυτταρικής βλάβης ανάμεσα στις IPs. Συνεπώς, τα Ub+ έγκλειστα αποτελούν έναν ιστολογικό δείκτη πνευμοκυτταρικής βλάβης που μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό της σοβαρότητας και πρόγνωσης των IPs.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


Προχωρημένες πνευμονικές παθήσεις, όπως η Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση (ΡΑΗ) και η διάμεση πνευμονική νόσος (ILD), είναι χρόνια νοσήματα που προκαλούν υψηλή νοσηρότητα και θνησιμότητα. Αυτό συνεπάγεται ότι οι ασθενείς βιώνουν ψυχολογικές αλλαγές , οι οποίες οδηγούν σε χαμηλή ποιότητα ζωής και κατάθλιψη. Η διάγνωση της κατάθλιψης είναι συχνά ασαφής , γιατί η κόπωση και η απάθεια, δύο συχνά συμπτώματα της κατάθλιψης, εμφανίζονται επίσης στην ΡΑΗ και στην ILD.
Mελέτη των Verma S et al., περιγράφει συνοπτικά κάποια απ’ τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται προκειμένου να ελέγχονται οι ασθενείς με τέτοιες πνευμονικές νόσους για κατάθλιψη και τις κατηγορίες ψυχοτρόπων φαρμάκων που είναι διαθέσιμα στους γιατρούς. Παρά το ότι τα προγράμματα πνευμονικής αποκατάστασης μπορούν να έχουν θετικό αντίκτυπο στους ασθενείς, οι γιατροί πρέπει να χρησιμοποιήσουν επίσης γνωστική συμπεριφορική θεραπεία (CBT) ως μέρος τακτικής φροντίδας.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


Τα χρόνια , προοδευτικά αναπνευστικά συμπτώματα έχουν μεγάλο ψυχολογικό και συναισθηματικό αντίκτυπο σε ασθενείς που υποφέρουν από ILD. H μελέτη των Sgalla G, Cerri S, Ferrari R et al., είναι μία μονοκεντρική, πιλοτική μελέτη που αξιολογεί για πρώτη φορά την ασφάλεια, εφαρμοσιμότητα και αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος Mindfulness Based Stress Reduction (MBSR) σε μια ομάδα ασθενών με ILD. Σύμφωνα με τη μελέτη το MBSR πρόγραμμα είναι ασφαλές και εφαρμόσιμο σε ασθενείς με ILD και μπορεί να επηρεάσει τη διάθεση και το άγχος προκαλώντας μια θετική και με διάρκεια βελτίωση σε πολλούς τομείς που σχετίζονται αρνητικά με το άγχος. Τα ευρήματα αυτά δημιουργούν εύφορο έδαφος για μεγαλύτερες, τυχαιοποιημένες , ελεγχόμενες μελέτες επιβεβαίωσης.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


To Rituximab (RTX) έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπευτικό σχήμα στη θεραπεία του λεμφώματος απ’ το 1997. Επίσης, έχει χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της ιδιοπαθούς θρομβοπενικής πορφύρας, του συστηματικού ερυθηματώδη λύκου, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της αυτοάνοσης αιμολυτικής αναιμίας. Πρόσφατα, το RTX προτάθηκε και για τη θεραπεία ορισμένων ILDs που σχετίζονται με νόσο συνδετικού ιστού και για την πνευμονίτιδα από υπερευαισθησία.
Σπάνιες αλλά σοβαρές πνευμονικές ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφηκαν. Προκειμένου να υπάρξει σωστή ενημέρωση για αυτή τη σοβαρή παρενέργεια του RTX, καθώς η ένδειξη για τη χρήση του αυξάνεται με το χρόνο, οι Naqibullah et al., περιγράφουν 5 περιστατικά πιθανής RTX-ILD κι αναλύουν την υπάρχουσα βιβλιογραφία γι αυτόν τον πιθανό θανάσιμο συσχετισμό.

Διαβάστε τα περιστατικά εδώ...


Ο ρόλος της εξέτασης του υγρού βρογχοκυψελιδικής πλύσης (BALf) στη διαφορική διάγνωση των ILDs έχει εξακριβωθεί. Τώρα, δίνεται έμφαση στη λειτουργική πόλωση σε Μ1 (προ-φλεγμονώδεις) και Μ2 (αντι-φλεγμονώδεις) υποπληθυσμούς.
Μελέτη των Wojtan P. Et al., συνέκρινε το ποσοστό Μ1 και Μ2 σε BALf ασθενών με διαφορετικές ILDs και έδειξε ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις καθορισμένης πόλωσης κυψελιδικών μακροφάγων σε διαφορετικά είδη ILDs. Παρ’ όλα αυτά δόθηκε έμφαση στο ρόλο των CD40 θετικών κυττάρων στη σαρκοείδωση και των CD163 θετικών κυττάρων στις ινωτικές διάχυτες πνευμονικές νόσους.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...


H Βρογχοκυψελιδική Πλύση (BAL) έχει γίνει αποδεκτή για τη διάγνωση της ILD. Η έλευση της υψηλής ευκρίνειας αξονικής τομογραφίας (HRCT) έχει μειώσει την κλινική χρησιμότητα της BAL.
Η μελέτη των Chockalingam A. et al., χρησιμοποίησε τις συστάσεις της Αμερικανικής Θωρακικής Εταιρείας (ATS) προκειμένου να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο η BAL. Τα ευρήματα σχετίστηκαν με κλινική εξέταση και HRCT ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια η αιτία της ILD.

Διαβάστε τη μελέτη εδώ...